Τεχνικές λεπτομέρειες

Τα αδρανή υλικά στο σκυρόδεμα

Δημοσιεύθηκε από τον/την :ΝΙΚΟΣ ΛΙΤΙΝΑΣ, Πολ. Μηχ/κος ΕΜΠ, Υπεύθυνος Διαχείρισης Ποιότητας Τομέα Ελλάδος, ΤΙΤΑΝ Α.Ε.

Αδρανή υλικά ονομάζονται τα λίθινα υλικά που δεν επιφέρουν χημικές μεταβολές στις σύνθετες τεχνητές ύλες των οποίων αποτελούν συστατικά.

Τα αδρανή υλικά προέρχονται συνήθως από την εξόρυξη κατάλληλων πετρωμάτων ή την ανάληψη τους από φυσικές εναποθέσεις των θραυσμάτων τους. Πρόσφατα χρησιμοποιούνται τεχνητά αδρανή που προέρχονται από επεξεργασία βιομηχανικών προϊόντων(συνθετικά).

Στο πρότυπο ΕΛΟΤ ΕΝ12620 περιλαμβάνονται πλην των φυσικών αδρανών επιπλέον τα τεχνητά αδρανή καθώς και τα ανακυκλούμενα για την παραγωγή σκυροδεμάτων. Επιπλέον δίνεται η δυνατότητα χρήσης ανάμικτου υλικού 0/8 καθώς και filler με αντίστοιχες ποιοτικές απαιτήσεις.

Εκτός από την χρήση τους στην παρασκευή σκυροδέματος τα αδρανή χρησιμοποιούνται στα επιχρίσματα, στην οδοποιία, στους σιδηροδρόμους και σε πολλές βιομηχανίες σαν πρώτη ύλη (τσιμέντο, ασβέστης) ή σαν προσθετικά (χαρτοποιία- ελαστικά).
Στον Ελλαδικό χώρο τα αποθέματα των πετρωμάτων που είναι κατάλληλα για την παραγωγή αδρανών υλικών είναι απεριόριστα και ο αριθμός των λειτουργούντων λατομείων υπερβαίνει τα 230.
Στα σκυροδέματα όπου η συμμετοχή των αδρανών καταλαμβάνει το 75-80% της μάζας τους, ο ρόλος τους στην δημιουργία ενός ανθεκτικού και συνεκτικού ιστού που θα παραλάβει τα φορτία της κατασκευής αλλά και θα αντέξει στις φυσικοχημικές επιδράσεις του περιβάλλοντος είναι καθοριστικός.

ΠΟΙΟΤΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

Η καταλληλότητα των αδρανών που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή σκυροδέματος προδιαγράφεται από τις απαιτήσεις του ΕΛΟΤ 408 και του ΚΤΣ -97, ενώ αντίστοιχα η καταλληλότητα των αδρανών σύμφωνα με τις Ευρωπαϊκές Προδιαγραφές καθορίζεται στο πρότυπο ΕΛΟΤ ΕΝ12620. Βασική διαφορά των Ευρωπαϊκών από τις Ελληνικές Προδιαγραφές είναι ότι οι πρώτες καθορίζουν περιοχές απαιτήσεων που πρέπει να πληρούν για τις περισσότερες φυσικές απαιτήσεις που πρέπει να πληρούν και όχι μονοσήμαντα όρια όπως οι δεύτερες π.χ. Los Angeles από 15 - 50, αντίσταση σε τριβή και φθορά από 18 - 32%.

Οι ιδιότητες που πρέπει να πληρούν ελέγχονται ως προς τα εξής χαρακτηριστικά:

1) Γεωμετρικά χαρακτηριστικά που επηρεάζουν την σύνθεση και την αντλησιμότητα του σκυροδέματος (η συνολική επιφάνεια των αδρανών, το μέγεθος των κόκκων, το σχήμα του κόκκου). Το μέγεθος του κόκκου d είναι ανάλογο με τη μικρότερη διάσταση D του στοιχείου της κατασκευής που θα σκυροδετηθεί. Πρέπει D/5 < D/3
Ανάλογα με το σχήμα τους οι κόκκοι διακρίνονται σε σφαιρικούς, γωνιώδεις, πλακοειδείς επιμήκεις, ή κυβικούς. Τα γωνιώδη αδρανή χρειάζονται μεγαλύτερη ποσότητα τσιμεντοπολτού σε σχέση με τα σφαιρικά, για την ίδια εργασιμότητα του σκυροδέματος αλλά παρουσιάζουν καλλίτερη συνοχή μεταξύ τους και καλλίτερη πρόσφυση με το κονίαμα.
Το πρότυπο ΕΛΟΤ 408 απαιτεί το ποσοστό των κόκκων με λόγο μεγαλύτερης προς μικρότερη διάσταση 3:1 να μην υπερβαίνει το 50%. για χρήση στο σκυρόδεμα.
Στο πρότυπο ΕΛΟΤ ΕΝ12620 δεν έχουμε συγκεκριμένο όριο όπως στον Κ.Τ.Σ.'97, αλλά χαρακτηρίζεται το αδρανές ως προς τα γεωμετρικά του χαρακτηριστικά. Σύμφωνα με το εξαγόμενο αποτέλεσμα από τις δοκιμές προσδιορισμού του δείκτη πλακοειδούς και δείκτη σχήματος και με τη βοήθεια πίνακα κατηγοριοποίησης που έχει όρια από 0 - 50% και 0 - 55% αντίστοιχα για τις δύο παραπάνω δοκιμές, παίρνει τον αντίστοιχο χαρακτηρισμό.

2) Φυσικά χαρακτηριστικά που επηρεάζουν την αντοχή και την ανθεκτικότητα του σκυροδέματος.

α) Αντοχή μητρικού πετρώματος.

Το μητρικό πέτρωμα βάσει του κανονισμού πρέπει να έχει θλιπτική αντοχή τουλάχιστον 65 Mpa (ΕΛΟΤ 408).αλλά ο ΚΤΣ προβλέπει δυνατότητα χρήσης και χαμηλότερης αντοχής εφόσον από την μελέτη σύνθεσης αποδειχθεί ότι επιτυγχάνεται η απαιτουμένη αντοχή και ανθεκτικότητα του σκυροδέματος για το έργο που προορίζονται. Στο ΕΝ12620 δεν υπάρχει απαίτηση για έλεγχο αντοχής μητρικού πετρώματος.

β) Αντοχή σε επιφανειακή φθορά και κρούση.
Για τα φυσικά αδρανή, στα οποία ο προσδιορισμός της αντοχής μητρικού πετρώματος είναι αδύνατος, η δοκιμή αυτή προσδιορίζει την καταλληλότητα τους στο σκυρόδεμα εφόσον το αποτέλεσμα ελέγχου με την μέθοδο Los Angeles δεν υπερβαίνει το 40%. Στο πρότυπο ΕΛΟΤ ΕΝ12620 υπάρχουν κατηγορίες αντίστασης σε θρυμματισμό (προσδιορίζεται με τη μέθοδο της αντοχής σε Los Angeles ) και είναι από 15 - 50). Παρόλο που και στις δύο προδιαγραφές χρησιμοποιείται η δοκιμή του Los Angeles, τα αποτελέσματα που προκύπτουν δεν είναι άμεσα συγκρίσιμα. Διαφορές υπάρχουν στα ποσοστά συμμετοχής των κλασμάτων στο δείγμα που εισάγεται στον κάδο της μηχανής, στο συνολικό βάρος και στο πλήθος των σφαιρών που εισάγονται στη μηχανής έτσι ώστε πρακτικά να μιλάμε για μια σχεδόν διαφορετική δοκιμή. Επιπλέον για τον υπολογισμό της αντίστασης σε θρυμματισμό (ΕΛΟΤ ΕΝ12620) και αντοχής σε επιφανειακή φθορά και κρούση (Κ.Τ.Σ.'97) οι δύο προδιαγραφές χρησιμοποιούν διαφορετικό κόσκινο. (1,6mm κατά ΕΝ και 1,7mm κατά ASTM).

γ) Ανθεκτικότητα σε αποσάθρωση (υγεία).
Η σταθερότητα του όγκου και η μη απώλεια υλικού λόγω ύγρανσης, ξήρανσης, ψύξης - απόψυξης είναι προϋποθέσεις για τα αδρανή στο σκυρόδεμα.
Η ανθεκτικότητα προσδιορίζεται είτε με την επίδραση διαλυμάτων θειικών αλάτων (Κατά Κ.Τ.Σ.'97 συνήθως χρησιμοποιείται το NaSO4 ενώ στο ΕΛΟΤ ΕΝ12620 μόνο το MgSO4) είτε με εναλλαγή σε κύκλους ψύξης - απόψυξης. Η άμμος πρέπει να παρουσιάζει απώλεια μικρότερη από 10% και τα σκύρα μικρότερη του 12%. Στον ΕΛΟΤ ΕΝ12620 η % απώλεια μάζας του χονδρόκοκκου αδρανούς στους κύκλους ψύξης - απόψυξης κατηγοριοποιείται να είναι από 0 - 4% ενώ η αντίστοιχη απώλεια μάζας στην δοκιμή υγείας με MgSO4 δηλώνεται και πρέπει να είναι εντός των ορίων 0 - 35%.

δ) Ειδικό βάρος διακρίνονται σε απόλυτο, φαινόμενο και μικτό με στόχο την μέτρηση των κενών.
Οι τιμές του ειδικού βάρους για τα αδρανή του σκυροδέματος πρέπει να βρίσκονται μεταξύ 2,40 και 3,0.
Στο ΕΛΟΤ ΕΝ12620 δεν υπολογίζονται ειδικά βάρη αλλά πυκνότητα αδρανών, ενώ δεν δίνονται όρια πυκνότητας για τα αδρανή που ενσωματώνονται στο σκυρόδεμα. Στο ΕΝ για τον υπολογισμό της πυκνότητας του χονδρόκοκκου υλικού η προδιαγραφή δίνει την χρήση φλάσκας, όπως στα λεπτόκοκκα, και εναλλακτικώς το καλάθι. Σε περίπτωση όμως διαφωνίας, η μέτρηση που έγινε με χρήση φλάσκας λαμβάνεται υπόψη. Στο ASTM το ειδικό βάρος του χονδρόκοκκου υλικού υπολογίζεται με την χρήση καλαθιού

ε) Πορώδες.
Σημαντική ιδιότητα που είναι σε αντίστροφη αναλογία με την αντοχή και την ανθεκτικότητα τους. Η τιμή του προσδιορίζεται με την μέτρηση της υδατοαπορροφητικότητάς τους. Η δοκιμή προσδιορισμού της υδατοαπορροφητικότητας σύμφωνα με το πρότυπο ΕΛΟΤ ΕΝ12620 παρουσιάζει διαφορές σε σχέση με την αντίστοιχη του ASTM (Κ.Τ.Σ.'97). Έτσι για τον προσδιορισμό της υδατοαπορροφητικότητας των λεπτόκοκκων υλικών, κατά ΕΝ, πρέπει προηγουμένως να έχεις πλύνει το υλικό στο κόσκινο των 0,063mm, και μετά να κάνεις την δοκιμή, ενώ στο ASTM συμμετέχει και η παιπάλη στον υπολογισμό της υδατοαπορροφητικότητας του υλικού. Αντίστοιχα για τον υπολογισμό της υδατοαπορροφητικότητας των χονδρόκοκκων υλικών το μεν ASTM προδιαγράφει ότι το υλικό σου είναι σε κορεσμένη και επιφανειακώς ξηρή κατάσταση όταν φαίνεται ένα φιλμ νερού πάνω στον κόκκο ενώ αντιθέτως στο ΕΝ όταν δεν υπάρχει αυτό το φιλμ.

στ) Κοκκομετρική διαβάθμιση, δηλαδή την επί της % σύνθεση του αδρανούς σε κόκκους διαφόρων μεγεθών.
Τα αδρανή ανάλογα με το μέγεθος τους κατατάσσονται σε 4 βασικές κατηγορίες α) Άμμος (0-4 mm ) και β) Ρυζάκι (4- 8mm) γ) Γαρμπίλι (8-16 mm) και δ) Χαλίκι (16-31,5mm).
Το πρότυπο ΕΛΟΤ ΕΝ12620 καθιερώνει εκτός των βασικών κόσκινων της σειράς DIN την οποία υιοθετεί και ενδιάμεσα κοσκινά, σειρές 2, ενώ καταργεί τα Αμερικάνικα κόσκινα και ορίζει την παιπάλη ως το διερχόμενο ποσοστό στο κόσκινο 0,063 αντί 0,075mm. Στο πρότυπο αυτό η ονομασία των αδρανών εξαρτάται από την περιοχή των διερχομένων από τα κόσκινα, κατατάσσοντας τα σε βασικές κατηγορίες (λεπτόκοκκα, χονδρόκοκκο), με την παρατήρηση ότι τo 99% των κοκκομετριών θα είναι μέσα στα όρια για το D, d, d/2, όπου D είναι το μεγαλύτερο και d το μικρότερο χρησιμοποιούμενο κόσκινο για την περιγραφή του μεγέθους ενός αδρανούς με τον λόγο D/d όχι μικρότερο του 1,4, ενώ καθορίζει και όρια ανοχών σαν ποσοστά στα ενδιάμεσα κοσκινά ή την παιπάλη. Η άμμος καθορίζεται σαν διερχόμενη 100% από το κόσκινο ανοίγματος οπής 2 D και 85-99% από το D=4mm, ενώ στην κοκκομετρία του προστίθεται ένα επιπλέον κόσκινο των 0,125 mm.
Καλά διαβαθμισμένα αδρανή με διαστάσεις κόκκων που καλύπτουν όλο το φάσμα παρουσιάζουν λίγα κενά, απαιτούν μικρότερη ποσότητα συνδετικού ιστού και παρουσιάζουν καλλίτερη συνεκτικότητα και εργασιμότητα. Ο ΚΤΣ καθόρισε τις υποζώνες των διαγραμμάτων ορίζοντας ότι για το οπλισμένο σκυρόδεμα η κοκκομετρική καμπύλη πρέπει να βρίσκεται στην υποζώνη Δ.Η υποζώνη Ζ του σχήματος αφορά μόνο άοπλο σκυρόδεμα. Γενικά οι καμπύλες κάτω από την υποζώνη Δ αντιστοιχούν σε αρκετά χονδρόκκοκα αδρανή με χαμηλή εργασιμότητα ενώ οι καμπύλες πάνω από την υποζώνη Ε αντιστοιχούν σε αδρανή λεπτόκοκκα που απαιτούν μεγάλη ποσότητα νερού και δίνουν σκυροδέματα με μεγάλη πιθανότητα ρηγμάτωσης.(δες σχήμα)

Προσοχή στην ύπαρξη παιπάλης (μέγεθος κόκκου <από 0,075mm) στην άμμο, που δεν πρέπει να υπερβαίνει το 16% στα θραυστά αδρανή ενώ στα φυσικά το 5%. Για το πρότυπο ΕΛΟΤ ΕΝ12620 δεν υπάρχει συγκεκριμένο όριο όπως στον Κ.Τ.Σ.'97, αλλά ανάλογα με τo ποσοστό που η παιπάλη συμμετέχει στα αδρανή εντάσσεται σε συγκεκριμένη κατηγορία βάσει του πίνακα 11 του προτύπου με άνω όρια όπως φαίνονται σε αυτόν. Έτσι στα φυσικά αδρανή το άνω όριο παραμένει στο 16%, ενώ στα χονδρόκοκκα αδρανή είναι 4%. Καθοριστική σημασία έχουν τα όρια που θα τεθούν από τον καταναλωτή αναλόγως των απαιτήσεών του έργου. Επίσης η δοκιμή του ισοδυνάμου της άμμου που ανάλογα με το περιβάλλον του έργου πρέπει να μην δίνει τιμή που να είναι μικρότερη από 65 και σε εξαιρετικές περιπτώσεις να είναι μεγαλύτερη του 75 μετρά την καθαρότητα της άμμου που επηρεάζει την αντοχή του σκυροδέματος και την συνάφεια του με τον σιδηροοπλισμό. Παρόλο που δεν έχει ακόμα καθοριστεί συγκεκριμένο κάτω όριο ή κατηγοριοποίηση από το πρότυπο ΕΛΟΤ ΕΝ12620 για την δοκιμή του ισοδυνάμου άμμου, αυτή χρησιμοποιείται και από το εν λόγω πρότυπο για τον προσδιορισμό της καθαρότητας της άμμου, χωρίς τα αποτελέσματα που προκύπτουν να είναι άμεσα συγκρίσιμα με το ισοδύναμο άμμου που γινόταν κατά ASTM λόγω της διαφοράς στα χρησιμοποιούμενα κόσκινα. Επιπλέον στο καινούργιο πρότυπο η καθαρότητα της άμμου ελέγχεται με την δοκιμή του Μπλε του μεθυλενίου, που δεν υπήρχε στο προηγούμενο πρότυπο.

3) Φυσικά - Χημικά χαρακτηριστικά (καθαρότητα). Δεν πρέπει να επηρεάζουν δυσμενώς α) την πήξη β) την σκλήρυνση γ) την αντοχή δ) την σταθερότητα του όγκου και ε) την προστασία του οπλισμού από την διάβρωση. Οι παρακάτω ενώσεις θεωρούνται επιβλαβείς
α) Ενώσεις Θείου (ανυδρίτης γύψος) προκαλεί διόγκωση. Η περιεκτικότητα σε S03 πρέπει να είναι < 1%
β) Ενώσεις Σιδήρου προκαλεί διόγκωση και κηλίδες.
γ) Νιτρικά άλατα και αλογόνα προκαλούν διάβρωση. Η περιεκτικότητα σε Cl πρέπει να είναι < 0,2%.
δ) Ενώσεις του μολύβδου ή του ψευδαργύρου. Προκαλούν επιτάχυνση ή επιβράδυνση με μείωση της αντοχής.
ε) Χλωριούχοι ή φωσφορικές ενώσεις. Επιδρούν στον χρόνο πήξης
στ) Πυριτικοί άργιλοι (ασβεστίου, νατρίου, καλίου).
ζ) Αποσαθρώσιμα συστατικά (αργιλικοί σχιστόλιθοι). Προκαλούν μείωση αντοχής.
η) Οργανικά. Προκαλούν μείωση αντοχής και καθυστέρηση στην πήξη
θ) Γαιάνθρακες ή λιγνίτες. Προκαλούν μείωση αντοχής. Η περιεκτικότητα τους πρέπει να είναι < 1%
ι) Κερατόλιθοι (ε.β. <2,35 ) να μην υπερβαίνουν το 5%.
Στα φυσικά αδρανή από θάλασσα η περιεκτικότητα σε άνυδρο χλωριούχο ασβέστιο πρέπει να είναι <1% του βάρους του τσιμέντου. Επίσης η δυνατότητα βλαπτικότητας των αδρανών κατά την αλκαλοπυριτική αντίδραση (με χημική μέθοδο ή με πρίσματα) πρέπει να εξετάζεται πριν τη χρήση τους στο σκυρόδεμα.
Επίσης οι προδιαγραφές συνιστούν να αποφεύγονται πετρώματα με συστατικά που περιέχουν:
Οπάλιο, ανδεσίτη, ρυόλιθο και δολομίτες γιατί προκαλούν διόγκωση και ζεόλιθους λόγω αντίδρασης με τα αλκάλια του τσιμέντου.

Για τον προσδιορισμό των παραπάνω απαιτούνται εργαστηριακοί έλεγχοι (χημική ανάλυση, ορυκτολογική και πετρογραφική εξέταση).
Επίσης απαιτείται το ποσοστό των εύθρυπτων και μαλακών κόκκων να μην υπερβαίνει το 3% και οι σβώλοι αργίλου σε ποσοστό 0,25%.

Το πρότυπο ΕΛΟΤ ΕΝ12620 ανάλογα με τις απαιτήσεις του έργου στο οποίο θα ενσωματωθούν και την προέλευση τους, καθορίζει για τα αδρανή, μια σειρά δοκιμών που πρέπει να εκτελεστούν και τα αποτελέσματά τους να δηλωθούν από τον παραγωγό. Μερικές από αυτές είναι:
Περιεκτικότητα σε χλωροϊόντα (<_1% κατά βάρος),
Θειικά διαλυτά σε όξινο περιβάλλον (από 0 - 0,8% κατά βάρος),
Σύνολο θειικών (<_1% κατά βάρος),
Ύπαρξη στοιχείων που επηρεάζουν τον ρυθμό πήξης και ξήρανσης του σκυροδέματος (ύπαρξη οργανικών υλικών αποσάθρωσης),
Περιεκτικότητα σε ανθρακικά,
Εκπομπή ραδιενέργειας,
Διαφυγή βαρέων μετάλλων,
Διαφυγή πολυαρωματικών ανθράκων,
Διαφυγή άλλων επιβλαβών ουσιών.
Τα αποτελέσματα των παραπάνω δοκιμών πρέπει να δηλώνονται από τον παραγωγό στο πιστοποιητικό.

Η δειγματοληψία των αδρανών ανάλογα με την χρήση τους και για διάφορους ελέγχους απαιτεί ανάλογες ποσότητες δείγματος για κάθε τύπο δοκιμής και σε ανάλογη με τις προδιαγραφές συχνότητα. Το δείγμα μπορεί να λαμβάνεται είτε στον τόπο παραγωγής του υλικού (από μεταφορική ταινία σταματημένη) είτε από σωρούς από το μέσο του ύψους τους και από τουλάχιστον 10 σημεία γύρωθε.

Το πρότυπο ΕΛΟΤ ΕΝ12620 (ΕΛΟΤ ΕΝ932-1) καθορίζει μια σταθερή αναλογία με την οποία πρέπει να λαμβάνεται το δείγμα από τον σωρό. Έτσι με σέσουλα παίρνουμε γύρω - γύρω από τον σωρό και στο κάτω 1/3, 19σεσουλιές, στο μεσαίο 1/3, 7 σεσουλιές και στο άνω 1/3, 1 σεσουλιά ώστε να δημιουργήσουμε δείγμα αντιπροσωπευτικό του σωρού. Η αναλογία αυτή είναι συνάρτηση της κατ' όγκον κατανομής των αδρανών σε κωνικό σωρό με στρογγυλή βάση. Αν οι έλεγχοι δεν συμφωνούν με τις προδιαγραφές, λαμβάνονται άλλα δύο δείγματα και επαναλαμβάνονται οι δοκιμές. Εάν ο μέσος όρος των 3 δειγμάτων δεν ικανοποιεί τις προδιαγραφές τότε απορρίπτεται η συγκεκριμένη παρτίδα. Στα πλαίσια του ελέγχου παραγωγής της μονάδας και σύμφωνα με το πρότυπο ΕΛΟΤ ΕΝ12620, θα πρέπει τουλάχιστον το 90% των κοκκομετρικών διαβαθμίσεων των δειγμάτων που τα έχουμε πάρει από διαφορετικές παρτίδες σε διάστημα έως 6 μηνών μέγιστο, να είναι εντός των επιτρεπόμενων αποκλίσεων σύμφωνα με τις δηλωθείσες από τον παραγωγό τυπικές κοκκομετρικές διαβαθμίσεις.

 

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΛΑΤΟΜΕΙΩΝ

Βασική υποχρέωση των λατομείων είναι να λειτουργούν νόμιμα σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία (Νόμος 2115/93), σύμφωνα με τις απαιτήσεις του ΚΜΛΕ (Κώδικας Μεταλλευτικών Λατομικών Εργασιών) και να παράγουν προϊόντα σύμφωνα με τις προδιαγραφές (ΕΛΟΤ 408 και ΚΤΣ 97 για το σκυρόδεμα).
Η καταλληλότητα των αδρανών επιτυγχάνεται με την επιλογή των θέσεων λατόμευσης ανάλογα με την απαίτηση των προδιαγραφών, τη σωστή παραγωγική διαδικασία, τον κατάλληλο εξοπλισμό με τον χειρισμό του από εκπαιδευμένο προσωπικό, τον ποιοτικό έλεγχο των παραγομένων αδρανών και την εποπτεία της λειτουργίας του Λατομείου από Διπλωματούχο Μηχανικό.
Προσοχή απαιτείται στην αλλαγή μετώπου εξόρυξης, όταν παρουσιάζονται αλλαγές πετρωμάτων, όπου σύμφωνα με τους κανονισμούς απαιτείται η εκ νέου εργαστηριακή τους εξέταση για την καταλληλότητα τους και η κοινοποίηση των αποτελεσμάτων της εξέτασης στον πελάτη που τα προμηθεύεται.
Κάθε φορτίο, πλην του δελτίου αποστολής, πρέπει σύμφωνα με τον ΚΤΣ να συνοδεύεται με ενυπόγραφο Δελτίο κοκκομετρικής διαβάθμισης των αδρανών που θα υπογράφεται από τον Υπεύθυνο του Λατομείου. Αποκλίσεις μεγαλύτερες από τις δηλωθείσες στις κοκκομετρίες του Λατομείου (ανάλογα με το είδος του αδρανούς), καθιστούν μη αποδεκτά τα φορτία από τον παραγωγό σκυροδέματος.
Ως προς την αποθήκευση τους το Λατομείο υποχρεούται να εξασφαλίζει ότι δεν θα γίνεται διαχωρισμός τους, δεν θα αναμιγνύονται μεταξύ τους τα διάφορα είδη και θα εξασφαλίζεται η μη ρύπανση κατά την φόρτωση τους.

Το νέο Ευρωπαϊκό πρότυπο ΕΝ 206 για το σκυρόδεμα, συνοδεύεται με απαιτήσεις για τα αδρανή σύμφωνα με το πρότυπο ΕΛΟΤ ΕΝ 12620.
Το νέο αυτό πρότυπο επιβάλει διαδικασίες ελέγχου στην παραγωγή και επιβάλει τον ποιοτικό έλεγχο των παραγομένων προϊόντων προωθώντας την ανάγκη λήψης σημάτων ποιότητας και για τα Λατομεία (πιστοποίηση).
Πρέπει να επισημάνουμε ότι η οδηγία 89/106/ΕΟΚ που αφορά τα Δομικά Προϊόντα είναι μια Οδηγία Νέας Προσέγγισης, στα πλαίσια της οποίας απαιτείται τα υλικά που χρησιμοποιούνται να καλύπτουν ουσιώδεις απαιτήσεις στους τομείς της Υγείας, της Ασφάλειας και της Προστασίας του καταναλωτή. Την παραπάνω Οδηγία έχει ενσωματώσει η Ελλάδα στο Εθνικό Δίκαιο με το ΠΔ 334/94 βάσει του οποίου απαιτείται η έκδοση ΚΥΑ (Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων ΥΠΑΝ/ΥΠΕΧΩΔΕ) για την Εφαρμογή της σήμανσης CE στα δομικά προϊόντα (= ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΠΟΥ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΕΝΣΩΜΑΤΩΘΟΥΝ ΚΑΤΑ ΤΡΟΠΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΙ ΔΙΑΡΚΗ ΣΕ ΔΟΜΙΚΑ ΕΡΓΑ).
Επίσης όπως ορίζει η απόφαση 01/596/ΕΚ ορίζεται το σύστημα βεβαίωσης της πιστότητας για τα αδρανή και τις ανακοινώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της ΕΕ στις 27/02/03.
Η εφαρμογή των Ευρωπαϊκών Τεχνικών Προδιαγραφών είναι υποχρεωτική για τα κράτη μέλη, τα οποία λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για την διάθεση στην Αγορά μόνο των καταλλήλων για τη χρήση που αυτά προορίζονται και που φέρουν υποχρεωτικά τη σήμανση CE.
Επίσης στις Τεχνικές προδιαγραφές των συμβάσεων οι αναθέτουσες αρχές (Δημόσιες Υπηρεσίες) υποχρεούνται να αναφέρονται στα Ευρωπαϊκά Πρότυπα εφόσον αυτά υπάρχουν και έχουν εναρμονισθεί σύμφωνα με της Οδηγίες 92/50 και 93/37.
Τα λατομικά προϊόντα που κυκλοφορούν σήμερα στην Ελλάδα (χωρίς καμιά πιστοποίηση από τον παραγωγό) υπόκεινται σε ελέγχους μόνο από τον κατασκευαστή ανάλογα με τη χρήση τους και ακολουθούν τις προδιαγραφές ΕΛΟΤ 408, ΚΤΣ 97, για το σκυρόδεμα και ΠΤΠ Ο150 -Α250 κ.α. για την οδοποιία (που βασίζονται σε Αμερικάνικες προδιαγραφές ΑΑSHTO - ASTM).
Δεν έχει ακόμα εκδοθεί για τα Αδρανή ΚΥΑ που να αφορά στην υποχρεωτική πιστοποίηση συμμόρφωσης των προϊόντων, παρόλο που η καταληκτική ημερομηνία σύμφωνα με την Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ήταν 1/6/2004 και δεν έχουν δημιουργηθεί Εθνικά προσαρτήματα για τα πρότυπα που αφορούν τα Αδρανή, ενώ για ορισμένα Δομικά Υλικά όπως το τσιμέντο, τα πρόσθετα σκυροδέματος κ.α. αυτά ήδη κυκλοφορούν στη χώρα μας με σήμανση CE.

Προβλήματα που ανακύπτουν και θέλουν άμεση αντιμετώπιση στον Ελλαδικό χώρο είναι κατά την άποψη μας:

Α) Εφόσον από 1/6/2004 τα αδρανή που κυκλοφορούν στη χώρα μας πρέπει να ακολουθούν τα Ευρωπαϊκά Πρότυπα που στον Υποχρεωτικό Τομέα επιβάλλουν τη σήμανση CE, ο ισχύον ΚΤΣ 97 δεν έχει εφαρμογή αφού δεν έχει αναθεωρηθεί ως προς τα άρθρα του που αφορούν τα Αδρανή υλικά για το σκυρόδεμα ενώ τα ίδια θα ισχύουν και για τα υλικά οδοποιίας για τις αντίστοιχες προδιαγραφές τους.
Τα λατομεία θα πρέπει λοιπόν για τα ίδια προϊόντα να διενεργούν διαφορετικούς εργαστηριακούς ελέγχους αφού οι πελάτες τους θα απαιτούν αποτελέσματα να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις διαφορετικών πρότυπων.
Το ερώτημα που τίθεται είναι με το υπάρχον πλαίσιο πως θα γίνεται ο έλεγχος της Αγοράς;
Παράλληλα θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι πολλά λατομεία λειτουργούν σε καθεστώς αβεβαιότητας για το μέλλον τους (υπό αίρεση ή χωρίς άδειες λειτουργίας) και οι επιχειρηματίες τους δεν έχουν διάθεση για προσαρμογή στις νέες απαιτήσεις που δημιουργούν τα νέα πρότυπα.

Β) Νομοθετικά θα πρέπει να καλυφθεί το κενό με τροποποίηση του ΚΤΣ και με ΚΥΑ που να καθορίζει μεταβατικό στάδιο για την εφαρμογή των νέων προτύπων.

Γ) Στόχος της πολιτικής των παραγωγών και της Πολιτείας θα πρέπει να είναι η εναρμόνιση τους με τα ισχύοντα στην ΕΕ.
Για την επίτευξη του παραπάνω στόχου θα πρέπει οι εμπλεκόμενοι με τη συμπαράσταση της Πολιτείας να κινηθούν στους παρακάτω άξονες:
1) ενημέρωση των παραγωγών, των στελεχών των Υπουργείων που εμπλέκονται σε διαδικασίες ελέγχου και των καταναλωτών -κατασκευαστών για τις απαιτήσεις των νέων προτύπων
2) επιβράβευση και επιδότηση των λατομικών επιχειρήσεων που συμμορφώνονται και κυκλοφορούν τα προϊόντα τους με σήμανση CE
3) έλεγχος της Αγοράς μέσα από επιθεωρήσεις και καθιέρωσης μετά την μεταβατική περίοδο της χρήσης μόνο υλικών που διαθέτουν σήμανση CE ώστε όλες οι επιχειρήσεις να λειτουργούν με ίσες ευκαιρίες, όπως προβλέπει το Άρθρο 10 της Συνθήκης των ΕΚ.

 

 

 

 

 

 

Λίστα Άρθρων   Επιστροφή