Τεχνικές λεπτομέρειες

Η ιδιοκατοίκηση στήριξε "στα δύσκολα" τα ελληνικά νοικοκυριά Πηγή:www.capital.gr

Δημοσιεύθηκε από τον/την :Δημήτρης Δελεβέγκος

Την εποχή των «παχέων αγελάδων» κατά την οποία οι τράπεζες χορηγούσαν αφειδώς τραπεζικά δάνεια, ο αριθμός των ιδιοκατοικούμενων κατοικιών εκτοξεύτηκε. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που επεξεργάστηκαν οι αναλυτές της Alpha Bank, κατά την περίοδο 2001-2011 προστέθηκαν στο υφιστάμενο, μέχρι τότε, απόθεμα 895,7 χιλιάδες κατοικίες, ενώ το αριθμός των ιδιοκατοικούμενων σπιτιών (πρώτων και δευτερευόντων) ενισχύθηκε κατά 393,6 χιλιάδες. Την ίδια στιγμή, το μεγάλο ποσοστό ιδιοκατοίκησης αλλά και το γεγονός ότι η πλειονότητα των ιδιοκτητών δεν πληρώνει στεγαστικό δάνειο, στήριξε τα νοικοκυριά στο peak της κρίσης.

Ειδικότερα, το 2011 τα νοικοκυριά που κατοικούσαν σε ιδιόκτητη κατοικία είχαν αυξηθεί κατά ένα εκατομμύριο (ή κατά 48,2%) έναντι του 1981 και κατά 620 χιλ. (ή κατά 25,9%) έναντι του 1991.

Συνολικά, η αύξηση της ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα στη δεκαετία του 2000 ήταν πολύ μεγαλύτερη από ότι στις δύο προηγούμενες δεκαετίες. Μάλιστα, συνοδεύθηκε με τεράστια αύξηση του αριθμού και του μεγέθους των κατοικιών που χαρακτηρίζονται δευτερεύουσες ή εξοχικές κατοικίες καθώς και των κατοικιών που είναι διαθέσιμες προς πώληση και προς ενοικίαση. 

Ελεύθεροι… βαρών οι περισσότεροι ιδιοκτήτες

Την ίδια στιγμή, βάσει των στοιχείων της Eurostat, για το 18% των κατοικούμενων κατοικιών στην Ελλάδα τα νοικοκυριά πληρώνουν ενοίκιο, ενώ το 15% των κατοικούμενων κατοικιών συνδέεται με στεγαστικό δάνειο.

Για το υπόλοιπο 67% τα νοικοκυριά δεν επιβαρύνονται ούτε από ενοίκιο, ούτε από δόσεις στεγαστικού δανείου.

Κατά την περίοδο της μεγάλης κρίσης στη χώρα 2012-2014, το μόνο βέβαιο για το 2014 είναι ότι το ποσοστό των νοικοκυριών στην Ελλάδα που πληρώνει πράγματι ενοίκιο ή δόσεις δανείου για την κατοίκησή του έχει μειωθεί σε σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα από το 33,4% που ήταν το 2011.

Από την άλλη πλευρά, από πουθενά δεν προκύπτει μείωση του ποσοστού ιδιοκατοίκησης, αφού έως το 2013 υπήρχε η απαγόρευση των πλειστηριασμών κατοικιών με αντικειμενική αξία έως 200.000 ευρώ. Παράλληλα, για τις κατοικίες που δεν υπόκειντο σε αυτή την απαγόρευση οι πλειστηριασμοί ήταν εξαιρετικά σπάνιοι, λόγω της ουσιαστικής διακοπής της λειτουργίας της αγοράς ακινήτων που ήταν κυρίως το αποτέλεσμα της εξαιρετικά υψηλής και σε ορισμένες περιπτώσεις απαγορευτικής φορολογικής επιβάρυνσής τους.

Όπως αναφέρουν οι αναλυτές, σε κάθε περίπτωση το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των νοικοκυριών στη χώρα δεν επιβαρύνονται με ενοίκια ή με δόσεις στεγαστικών δανείων υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες που στήριξε τα νοικοκυριά στην Ελλάδα σε περιόδους πολύ μεγάλων απωλειών στα εισοδήματα και μεγάλης αύξησης της ανεργίας. 



Χρυσές business

Ωστόσο, κατά το εξεταζόμενο χρονικό διάστημα, αυξήθηκαν τα «πωλείται» (89.000) και τα «ενοικιάζεται» (453.000), μεγέθη που φανερώνουν τον προσανατολισμό των νοικοκυριών στην αξιοποίηση του ακινήτου ως μέσου άντληση προσόδων. Στο πλαίσιο αυτό, στις δεκαετίες 1990 και 2000 αυξήθηκε σημαντικά το οικιστικό απόθεμα των δευτερευουσών ή εξοχικών κατοικιών, των ακινήτων που προορίζονται για πώληση ή ενοικίαση, αλλά και όσων αγοράστηκαν χωρίς να συνοδεύονται από συγκεκριμένο επενδυτικό προσανατολισμό. Ο αριθμός των τελευταίων διαμορφώθηκε σε 355 χιλιάδες.

Άλλωστε, η επένδυση σε ακίνητα θεωρήθηκε στην Ελλάδα ως το τέλειο καταφύγιο για την αποφυγή από τις επιπτώσεις του πληθωρισμού και για την εξασφάλιση κεφαλαιακών κερδών από την προσδοκώμενη με σχετική βεβαιότητα συνεχή αύξηση των τιμών των ακινήτων με ρυθμό πολύ υψηλότερο από το ρυθμό του πληθωρισμού.

Είναι χαρακτηριστικό, όπως επισημαίνουν οι αναλυτές, ότι η ζήτηση για ακίνητα δεν έπαψε να αυξάνεται ούτε και στη δεκαετία του 1990, παρά τη σημαντική τότε αύξηση των τραπεζικών επιτοκίων σε ονομαστικές αλλά και σε πραγματικές τομές. Η υψηλή ζήτηση για ακίνητα συνέβαλε στην αύξηση των τιμών των ακινήτων και δικαιολογούσε στη συνέχεια τις ήδη υψηλές τιμές αγοράς των ακινήτων.

Η χρηματοδότηση των ακινήτων και η… φοροδιαφυγή

Σύμφωνα με την Alpha Bank, κατ’ αρχήν η απόκτηση ιδιόκτητης στέγης υπήρξε παραδοσιακά κύρια επιδίωξη κάθε νοικοκυριού στην Ελλάδα. Με δεδομένη την μη διαθεσιμότητα στεγαστικής χρηματοδότησης έως το 1997, η βασική μέθοδος χρηματοδότησης της αγοράς κάποιου διαμερίσματος (ή διαμερισμάτων) ήταν αφενός η μέθοδος της αντιπαροχής και αφετέρου η χρησιμοποίηση συγκεντρωθέντων αποταμιεύσεων στις τράπεζες σε συνδυασμό με υψηλότοκα δάνεια από τους κατασκευαστές (με την υπογραφή γραμματίων εις διαταγή).

Το υψηλό επιτόκιο στα γραμμάτια εξανεμιζόταν στα επόμενα χρόνια μέσω του πληθωρισμού και της συνεχούς αύξησης των τιμών των ακινήτων. Στη δεκαετία του 2000 η ζήτηση και οι τιμές των ακινήτων συνέχισαν να αυξάνονται με την συμβολή για πρώτη φορά και της τραπεζικής χρηματοδότησης, αφού η παροχή στεγαστικών δανείων από τις εμπορικές τράπεζες έγινε δυνατή μετά το 1997 και διευκολύνθηκε περαιτέρω στη δεκαετία του 2000 από τα πολύ χαμηλά επιτόκια και την μεγάλη αύξηση των εγχώριων εισοδημάτων έως το 2009 με στήριγμα το δανεισμό από το εξωτερικό.

Γενικά έως το 2009 οι επενδύσεις σε ακίνητα χρηματοδοτήθηκαν και από την διόγκωση της φοροδιαφυγής, αλλά και από την αδυναμία επιβολής ενός αποτελεσματικού φόρου ακινήτων. Πολλά νοικοκυριά θεώρησαν τότε ότι θα μπορούσαν να συγκεντρώσουν μεγάλες περιουσίες σε ακίνητα χωρίς ουσιαστική φορολογική επιβάρυνση και με τη βεβαιότητα ότι θα μπορούσαν εύκολα να ρευστοποιήσουν την επένδυσή τους στο μέλλον με σημαντικά κεφαλαιακά κέρδη.

Έτσι, συγκεντρώθηκε το σημαντικό πραγματικά απόθεμα κατοικιών στη χώρα που αποκάλυψε η απογραφή του 2011. Κυρίαρχο στοιχείο έως το 2009 ήταν η σχεδόν παντελής απουσία της πρακτικής της οικονομικής διαχείρισης των ακινήτων. Πολλές οικογένειες διέθεταν ακίνητα από τα οποία υφίσταντο σημαντικό κόστος ετησίως (από δαπάνες συντήρησης και από πάγια εταιρειών ύδρευσης, ηλεκτρισμού και κοινοχρήστων), χωρίς αντίστοιχη απόδοση - αφού προτιμούσαν να τα διατηρούν ξενοίκιαστα (λόγω και της υψηλής πολλές φορές επιβάρυνσής τους από την φορολογία των ενοικίων). Θεωρούσαν κυρίως ότι τα κεφαλαιακά κέρδη που θα αποκόμιζαν από την αύξηση των τιμών των ακινήτων θα αντιστάθμιζαν τις ανωτέρω ετήσιες δαπάνες.

 

 

 

Λίστα Άρθρων   Επιστροφή